«Έκπτωτοι» ήρωες, οι Κεντρικές Τράπεζες

Για χρόνια, χαιρετίστηκαν ως σωτήρες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, πιστώθηκαν ότι κράτησαν την οικονομία σε λειτουργία, τις τράπεζες όρθιες και βοήθησαν τις κυβερνήσεις να αποφύγουν την αθέτηση πληρωμών για τα ομόλογά τους.

Όμως, καθώς ο πληθωρισμός πλήττει τις δυτικές οικονομίες, οι κεντρικές τράπεζες αντιμετωπίζουν κρίση αξιοπιστίας καθώς το πιο ισχυρό εργαλείο πολιτικής τους – η αύξηση των επικτοκίων – αγωνίζεται να τιθασεύσει τον πληθωρισμό. Τα αυξανόμενα επιτόκια, με τη σειρά τους, εξατμίζουν την αξία των κρατικών ομολόγων που αγοράστηκαν μαζικά, φορτώνοντας τις κεντρικές τράπεζες με τεράστιες απώλειες.

Η πικρή ειρωνεία είναι ότι οι ίδιες αυτές κινήσεις, των κεντρικών τραπεζών που κάποτε χαιρετίστηκαν ως σωτήριες, επιστρέφουν τώρα για να τις στοιχειώσουν, αναφέρει χαρακτηριστικά το Politico.

Σύμφωνα με απολογισμό των καταγεγραμμένων και επερχόμενων ζημιών, οι βασικές κεντρικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, της Τράπεζας της Αγγλίας, της Εθνικής Τράπεζας της Ελβετίας και της Κεντρικής Τράπεζας της Αυστραλίας, είναι αντιμέτωπες με πιθανές απώλειες άνω του 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων συνολικά, καθώς τα άλλοτε κερδοφόρα ομόλογα μετατρέπονται σε χρέη.

«Εκ των υστέρων, είναι σαφές ότι τα μαζικά προγράμματα αγοράς ομολόγων των κεντρικών τραπεζών ήταν ένα κολοσσιαίο λάθος», δήλωσε ο Ντάνιελ Γκρος,  οικονομολόγος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής.

Ευάλωτες σε πολιτικές πιέσεις

Ο κίνδυνος για τις κεντρικές τράπεζες δεν είναι ότι θα χρεοκοπήσουν ή ότι θα χάσουν τις εξουσίες χάραξης οικονομικής πολιτικής.

Είναι ότι θα φανούν  αδύναμες δίνοντας στους πολιτικούς πάτημα να τους  επιτεθούν – όπως συμβαίνει ήδη στην Ευρώπη, όπου ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και άλλοι ηγέτες έχουν παροτρύνει την επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ να επιβραδύνει το ρυθμό αύξησης των επιτοκίων της για να διευκολύνει την ανάπτυξη.

Η έκθεση σε πολιτικές πιέσεις ίσως υποσκάψουν την επικέντρωσή τους στη σταθερότητα των τιμών, προειδοποιούν οι αναλυτές.

“Οι κεντρικές τράπεζες δέχονται ήδη μεγάλη πίεση από τον πληθυσμό τους, αλλά και από τις κυβερνήσεις, επειδή δεν έχουν μειώσει τον πληθωρισμό τόσο γρήγορα όσο ήλπιζαν”, δήλωσε ο Ντέρεκ Τανγκ , οικονομολόγος στην εταιρεία ερευνών LH Meyer Monetary Policy Analytics.

Τι έφταιξε

Για να κατανοήσουμε πώς οι κεντρικές τράπεζες έφτασαν σε αυτό το σημείο, είναι χρήσιμο να επανεξετάσουμε ορισμένες από τις σημαντικότερες κινήσεις τους κατά την τελευταία δεκαετία.

Με σκοπό να τονώσουν την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, οι κεντρικές τράπεζες μείωσαν τα επιτόκια σε επίπεδα ρεκόρ. Μόλις τα επιτόκια πλησίασαν το μηδέν, πίεσαν προς τα κάτω τα μακροπρόθεσμα επιτόκια χρησιμοποιώντας ένα δημοφιλές εργαλείο, τη λεγόμενη ποσοτική χαλάρωση, στο πλαίσιο της οποίας οι κεντρικές τράπεζες αγόρασαν κρατικό χρέος αξίας τρισεκατομμυρίων για να μειώσουν περαιτέρω το μακροπρόθεσμο κόστος δανεισμού.

Τώρα, τα αυξανόμενα επιτόκια διαβρώνουν με ταχείς ρυθμούς την αξία των ομολόγων που αγόρασαν οι κεντρικές τράπεζες την τελευταία δεκαετία.

Ένα άλλο δημοφιλές εργαλείο ήταν ο δανεισμός χρημάτων στις τράπεζες με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα, ώστε να τονωθεί ο δανεισμός στην πραγματική οικονομία.

Αλλά η αύξηση των επιτοκίων σημαίνει ότι οι τράπεζες που κατέχουν φθηνά κεφάλαια της κεντρικής τράπεζας  μπορούν να προσκομίσουν απρόσμενα κέρδη απλώς κρατώντας  ως αποθέματα τα κεφάλαια  της Κεντρικής Τράπεζας,

Οι μεγαλύτερες απώλειες

Η μεγαλύτερη απώλεια κεντρικής τράπεζας που έχει ανακοινωθεί μέχρι στιγμής είναι από την Εθνική Τράπεζα της Ελβετίας, η οποία κατέγραψε ζημία 142 δισεκατομμυρίων ελβετικών φράγκων για τους πρώτους εννέα μήνες του έτους, που ισοδυναμεί με περισσότερο από το 15% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της χώρας.

Στην Αυστραλία, απώλειες ύψους 36,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων Αυστραλίας έχουν εξανεμίσει τα κεφαλαιακά αποθέματα της κεντρικής τράπεζας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα έσοδα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ έχουν γυρίσει σε αρνητικό πρόσημα και οι πληρωμές προς το αμερικανικό Δημόσιο έχουν σταματήσει. Έγγραφο της Fed που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο ανέφερε ότι η κεντρική τράπεζα πιθανότατα θα λειτουργήσει με ζημίες για τρία έως τέσσερα χρόνια.

Σύμφωνα με τον Τανγκ, οι απώλειες της Fed είναι πιθανό να καταλήξουν να είναι πιο κοντά στα 100 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η Τράπεζα της Αγγλίας ανέφερε τον περασμένο μήνα ζημία από τα ομόλογά της. Με τις απώλειες να αυξάνονται, η κυβέρνηση υποσχέθηκε να μεταφέρει περισσότερα από 11 δισεκατομμύρια λίρες αυτό το οικονομικό έτος στην κεντρική τράπεζα. Το Γραφείο Ευθύνης του Προϋπολογισμού δήλωσε ότι “μέχρι το 2028 το Υπουργείο Οικονομικών θα καταβάλλει 133 δισεκατομμύρια λίρες για να καλύψει τις απώλειες.

Η ευρωζώνη

Για την ΕΚΤ δεν υπάρχουν ακόμη νούμερα, αλλά  ο Ούλριχ Μπίντσειλ ανώτερος αξιωματούχος της Τράπεζας ανέφερε πως  “δεν είναι πυρηνική επιστήμη το να δει κανείς ότι θα υπάρξουν απώλειες στο μέλλον”,

Το πόσο ακριβώς, μένει να το δούμε. Αλλά για τον Γκρος η ευρωζώνη θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με απώλειες 600 δισ. ευρώ από τις αγορές περιουσιακών στοιχείων τα επόμενα εννέα χρόνια, εάν το επιτόκιο αυξηθεί στο 3% και η ΕΚΤ δεν πουλήσει ενεργά ομόλογα.

Εξάλλου, μόνο ένα μέρος των περιουσιακών στοιχείων που αγοράζονται βρίσκονται στον ισολογισμό της ΕΚΤ, αλλά η μερίδα του λέοντος των κινδύνων που απορρέουν από τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης ανήκει στις εθνικές κεντρικές τράπεζες.

Μεγαλύτερες απώλειες για τους συνετούς

Κατά ειρωνικό τρόπο, οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των πιο συνετών δημοσιονομικά χωρών της ΕΕ -που ήταν οι πιο επιφυλακτικές απέναντι στις αγορές περιουσιακών στοιχείων- θα υποστούν τις μεγαλύτερες απώλειες, καθώς τα ομόλογα που αγόρασαν στο πλαίσιο των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ έχουν μηδενική ή μικρότερη απόδοση.

Ο Ντάνιελ Γκρος ελπίζει ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες θα πάρουν ένα μάθημα.

“Την επόμενη φορά που θα χρησιμοποιήσουν μη συμβατικά μέσα πολιτικής με σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, θα πρέπει να είναι πολύ πιο σαφείς σχετικά με τους κινδύνους – και πολύ πιο προσεκτικοί στην ανάληψή τους”, δήλωσε ο Gros.

naftemporiki.gr